Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La reforestation
[gender: feminine]
01
αναδάσωση, αναδάσωση
action de replanter des arbres pour restaurer une forêt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La reforestation protège le sol contre l' érosion.
Η αναδάσωση προστατεύει το έδαφος από τη διάβρωση.



























