refuser
re
ʁə
fu
fy
fy
ser
ze
ze

Ορισμός και σημασία του "refuser"στα γαλλικά

refuser
01

αρνούμαι, απορρίπτω

ne pas accepter quelque chose ou dire non 
refuser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
refuse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
refusons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
refuserai
ενεστώτα μετοχή
refusant
παθητική μετοχή
refusé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
refusions
Παραδείγματα
Il a refusé l'invitation à la fête. 

Αυτός αρνήθηκε την πρόσκληση στο πάρτι.

02

αρνούμαι τον εαυτό μου, αποχωρώ από τον εαυτό μου

ne pas s'autoriser quelque chose, se retenir 
Παραδείγματα
Elle se refuse à manger du gâteau. 

Αυτή αρνείται να φάει κέικ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store