Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
refuser
01
αρνούμαι, απορρίπτω
ne pas accepter quelque chose ou dire non
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
refuse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
refusons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
refuserai
ενεστώτα μετοχή
refusant
παθητική μετοχή
refusé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
refusions
Παραδείγματα
Il a refusé l'invitation à la fête.
Αυτός αρνήθηκε την πρόσκληση στο πάρτι.
02
αρνούμαι τον εαυτό μου, αποχωρώ από τον εαυτό μου
ne pas s'autoriser quelque chose, se retenir
Παραδείγματα
Elle se refuse à manger du gâteau.
Αυτή αρνείται να φάει κέικ.



























