Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
refuser
01
αρνούμαι, απορρίπτω
ne pas accepter quelque chose ou dire non
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
refuse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
refusons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
refuserai
ενεστώτα μετοχή
refusant
παθητική μετοχή
refusé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
refusions
Παραδείγματα
Ils ont refusé de signer le contrat.
Αρνήθηκαν να υπογράψουν τη σύμβαση.
02
αρνούμαι τον εαυτό μου, αποχωρώ από τον εαυτό μου
ne pas s'autoriser quelque chose, se retenir
Παραδείγματα
Nous nous refusons à parler de nos problèmes.
Αρνιόμαστε να μιλήσουμε για τα προβλήματά μας.



























