Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le recueil
01
συλλογή, ανθολογία
ensemble de textes, poèmes ou œuvres réunis dans un même volume
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
recueils
Παραδείγματα
Il a publié un recueil de poèmes.
Δημοσίευσε μια συλλογή ποιημάτων.



























