recoller
re
ʁə
co
kaw
ller
le
le
rebellerrecycler

Ορισμός και σημασία του "recoller"στα γαλλικά

recoller
01

ξανακολλώ, επικολλώ ξανά

fixer à nouveau avec de la colle ou un adhésif 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
recolle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
recollons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
recollerai
ενεστώτα μετοχή
recollant
παθητική μετοχή
recollé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
recollions
Παραδείγματα
J'ai recollé la poignée de la tasse cassée. 

Εξακολλησα ξανά τη λαβή του σπασμένου φλιτζανιού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store