Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recoller
01
ξανακολλώ, επικολλώ ξανά
fixer à nouveau avec de la colle ou un adhésif
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
recolle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
recollons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
recollerai
ενεστώτα μετοχή
recollant
παθητική μετοχή
recollé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
recollions
Παραδείγματα
J'ai recollé la poignée de la tasse cassée.
Εξακολλησα ξανά τη λαβή του σπασμένου φλιτζανιού.



























