recoudre
Pronunciation
/ʁəkudʁ/

Ορισμός και σημασία του "recoudre"στα γαλλικά

recoudre
01

ράβω, ξαναράβω

refermer une plaie ou une incision en utilisant des points de suture
recoudre definition and meaning
Παραδείγματα
Après l' accident, le médecin a recousu la blessure au visage.
Μετά το ατύχημα, ο γιατρός ράψαμε το τραύμα στο πρόσωπο.
02

ξαναράβω, ράβω ξανά

réparer ou refermer quelque chose en le cousant à nouveau
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
recouds
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
recousons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
recoudrai
ενεστώτα μετοχή
recousant
παθητική μετοχή
recousu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
recousions
Παραδείγματα
Ma grand-mère a recousu la housse du coussin.
Η γιαγιά μου έραψε ξανά το μαξιλαροθήκη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store