recoudre
re
ʁə
coudre
kudʁ
koodr

Ορισμός και σημασία του "recoudre"στα γαλλικά

recoudre
01

ράβω, ξαναράβω

refermer une plaie ou une incision en utilisant des points de suture 
recoudre definition and meaning
Παραδείγματα
Le chirurgien a recousu la plaie après l'opération. 

Ο χειρουργός έραψε το τραύμα μετά την εγχείριση.

02

ξαναράβω, ράβω ξανά

réparer ou refermer quelque chose en le cousant à nouveau 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
recouds
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
recousons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
recoudrai
ενεστώτα μετοχή
recousant
παθητική μετοχή
recousu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
recousions
Παραδείγματα
Elle a recousu le bouton de sa chemise. 

Έχει ξαναράψει το κουμπί του πουκάμισου της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store