Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recoudre
01
ράβω, ξαναράβω
refermer une plaie ou une incision en utilisant des points de suture
Παραδείγματα
Le chirurgien a recousu la plaie après l'opération.
Ο χειρουργός έραψε το τραύμα μετά την εγχείριση.
02
ξαναράβω, ράβω ξανά
réparer ou refermer quelque chose en le cousant à nouveau
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
recouds
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
recousons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
recoudrai
ενεστώτα μετοχή
recousant
παθητική μετοχή
recousu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
recousions
Παραδείγματα
Elle a recousu le bouton de sa chemise.
Έχει ξαναράψει το κουμπί του πουκάμισου της.



























