rechuter
re
ʁə
chu
ʃy
shy
ter
te
te
recruterredouter

Ορισμός και σημασία του "rechuter"στα γαλλικά

rechuter
01

υποτροπιάζω, έχω υποτροπή

retomber malade ou voir une maladie revenir après amélioration 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rechute
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rechutons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rechuterai
παθητική μετοχή
rechuté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rechutions
Παραδείγματα
Il a rechuté après quelques semaines de rétablissement. 

Έπαθε υποτροπή μετά από μερικές εβδομάδες ανάρρωσης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store