rechuter

Ορισμός και σημασία του "rechuter"στα γαλλικά

rechuter
01

υποτροπιάζω, έχω υποτροπή

retomber malade ou voir une maladie revenir après amélioration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rechute
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rechutons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rechuterai
παθητική μετοχή
rechuté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rechutions
Παραδείγματα
Ils ont peur de rechuter pendant l' hiver.
Φοβούνται να υποτροπιάσουν κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store