Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La rafale
[gender: feminine]
01
ριπή ανέμου, ξαφνική ριπή
coup de vent violent et soudain
Παραδείγματα
Le bateau a dû affronter des rafales violentes en mer.
Το σκάφος έπρεπε να αντιμετωπίσει βίαιες ριπές στη θάλασσα.
02
βολή, ομοβροντία
série rapide et intense de coups (tirs, balles, etc.)
Παραδείγματα
L' ennemi a répondu par des rafales nourries.
Ο εχθρός απάντησε με πυκνές βολές.



























