Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
raffoler
01
λατρεύω, τρελαίνομαι για
aimer avec beaucoup d'enthousiasme
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
raffole
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
raffolons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
raffolerai
ενεστώτα μετοχή
raffolant
παθητική μετοχή
raffolé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
raffolions
Παραδείγματα
Nous raffolons de cette nouvelle pâtisserie.
Λατρεύουμε αυτό το νέο ζαχαροπλαστείο.



























