Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
radoter
01
αδολεσχώ, λαλώ ασυναρτησίες
dire des choses sans nouveauté, se répéter ou dire des banalités
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
radote
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
radotons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
radoterai
ενεστώτα μετοχή
radotant
παθητική μετοχή
radoté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
radotions
Παραδείγματα
Il radotait pendant des heures au téléphone.
Μαλακίζονταν για ώρες στο τηλέφωνο.
02
λαλώ ασυναρτησίες, μιλώ χωρίς λογική
dire des choses sans logique ou continuité
Παραδείγματα
Il radotait sans que personne ne comprenne.
Μουρμούριζε και κανείς δεν καταλάβαινε.
03
επαναλαμβάνω ασταμάτητα, φλυαρώ
dire ou faire quelque chose de façon répétitive, sans cesse
Παραδείγματα
Il radotait sur ses succès passés.
Φλυάρησε για τα προηγούμενα επιτεύγματά του.



























