préserver
pré
pʁe
pre
ser
zɛʁ
zer
ver
ve
ve
présenter

Ορισμός και σημασία του "préserver"στα γαλλικά

préserver
01

διατηρώ, προστατεύω

protéger contre des dangers ou une détérioration 
préserver definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
préserve
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
préservons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
préserverai
ενεστώτα μετοχή
préservant
παθητική μετοχή
préservé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
préservions
Παραδείγματα
Nous devons préserver les forêts anciennes. 

Πρέπει να διατηρήσουμε τα αρχαία δάση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store