préserver
Pronunciation
/pʀezɛʀve/

Ορισμός και σημασία του "préserver"στα γαλλικά

préserver
01

διατηρώ, προστατεύω

protéger contre des dangers ou une détérioration
préserver definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
préserve
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
préservons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
préserverai
ενεστώτα μετοχή
préservant
παθητική μετοχή
préservé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
préservions
Παραδείγματα
Ce musée préserve notre patrimoine culturel.
Αυτό το μουσείο διατηρεί την πολιτιστική μας κληρονομιά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store