Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
préserver
01
διατηρώ, προστατεύω
protéger contre des dangers ou une détérioration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
préserve
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
préservons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
préserverai
ενεστώτα μετοχή
préservant
παθητική μετοχή
préservé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
préservions
Παραδείγματα
Ce musée préserve notre patrimoine culturel.
Αυτό το μουσείο διατηρεί την πολιτιστική μας κληρονομιά.



























