Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le préjugé
01
προκατάληψη, προκατάληψη
idée ou sentiment négatif ou positif porté sur quelqu'un ou quelque chose sans fondement réel
Παραδείγματα
Les préjugés raciaux sont encore présents dans certaines sociétés.
Οι φυλετικές προκαταλήψεις εξακολουθούν να υπάρχουν σε ορισμένες κοινωνίες.
02
προκατάληψη, προδιάθεση
idée ou sentiment que l'on forme à l'avance, sans preuve ni expérience directe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
préjugés
Παραδείγματα
Les préjugés influencent parfois nos décisions sans que nous nous en rendions compte.
Προκαταλήψεις επηρεάζουν μερικές φορές τις αποφάσεις μας χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε.



























