Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le préjugé
01
προκατάληψη, προκατάληψη
idée ou sentiment négatif ou positif porté sur quelqu'un ou quelque chose sans fondement réel
Παραδείγματα
Il faut lutter contre les préjugés pour mieux comprendre les autres.
Πρέπει να καταπολεμήσουμε τις προκαταλήψεις για να κατανοήσουμε καλύτερα τους άλλους.
02
προκατάληψη, προδιάθεση
idée ou sentiment que l'on forme à l'avance, sans preuve ni expérience directe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
préjugés
Παραδείγματα
Il a des préjugés sur les nouvelles technologies sans les avoir essayées.
Έχει προκαταλήψεις για τις νέες τεχνολογίες χωρίς να τις έχει δοκιμάσει.



























