Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La précarité
01
état de ce qui manque de stabilité, de sécurité ou de durée
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La précarité de son emploi l'inquiète beaucoup.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
état de ce qui manque de stabilité, de sécurité ou de durée