pondre
pondre
pɔ̃dʁ
pawdr
poindrepoudrependre

Ορισμός και σημασία του "pondre"στα γαλλικά

pondre
01

κάνω, αφήνω

produire et déposer un œuf 
pondre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ponds
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pondons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pondrai
παθητική μετοχή
pondu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pondions
Παραδείγματα
La poule pond un œuf chaque matin. 

Η κότα κάνει ένα αυγό κάθε πρωί.

02

παράγω, δημιουργώ

produire ou créer quelque chose rapidement, souvent sans soin 
Παραδείγματα
Il a pondu un rapport en dix minutes. 

Έγραψε μια αναφορά σε δέκα λεπτά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store