Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pondre
01
κάνω, αφήνω
produire et déposer un œuf
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ponds
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pondons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pondrai
παθητική μετοχή
pondu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pondions
Παραδείγματα
La poule pond un œuf chaque matin.
Η κότα κάνει ένα αυγό κάθε πρωί.
02
παράγω, δημιουργώ
produire ou créer quelque chose rapidement, souvent sans soin
Παραδείγματα
Il a pondu un rapport en dix minutes.
Έγραψε μια αναφορά σε δέκα λεπτά.



























