ponctuel
Pronunciation
/ponctuel/

Ορισμός και σημασία του "ponctuel"στα γαλλικά

01

ακριβής, ακριβής

qui respecte les horaires ou les rendez-vous
ponctuel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus ponctuel
συγκριτικός βαθμός
plus ponctuel
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ponctuel
αρσενικό πληθυντικό
ponctuels
θηλυκό ενικό
ponctuelle
θηλυκό πληθυντικό
ponctuelles
Παραδείγματα
Mon patron aime les employés ponctuels.
Ο προϊστάμενός μου συμπαθεί τους προσεκτικούς υπαλλήλους.
02

περιστασιακός, μοναδικός

qui arrive une seule fois ou à un moment particulier
Παραδείγματα
C' est une erreur ponctuelle, pas une habitude.
Είναι ένα μοναδικό λάθος, όχι συνήθεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store