Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ponctualité
[gender: feminine]
01
ακρίβεια, την τήρηση του χρόνου
le fait d'arriver ou d'agir exactement au moment prévu
Παραδείγματα
En Allemagne, la ponctualité est une marque de respect.
Στη Γερμανία, η ακρίβεια είναι σημάδι σεβασμού.



























