Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
poncer
01
τρίβω, λειαίνω με γυαλόχαρτο
rendre une surface lisse à l'aide d'un abrasif
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ponce
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ponçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
poncerai
ενεστώτα μετοχή
poncant
παθητική μετοχή
poncé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
poncions
Παραδείγματα
Tu devrais poncer entre chaque couche de peinture.
Θα πρέπει να τρίψεις ανάμεσα σε κάθε στρώση χρώματος.



























