poncer
poncer
pɔ̃se
pawse
pincerpioncer

Ορισμός και σημασία του "poncer"στα γαλλικά

poncer
01

τρίβω, λειαίνω με γυαλόχαρτο

rendre une surface lisse à l'aide d'un abrasif 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ponce
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ponçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
poncerai
ενεστώτα μετοχή
poncant
παθητική μετοχή
poncé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
poncions
Παραδείγματα
Je ponce l'étagère avant de la peindre. 

Τρίβω το ράφι πριν το βάψω.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store