Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ponctuel
01
ακριβής, ακριβής
qui respecte les horaires ou les rendez-vous
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus ponctuel
συγκριτικός βαθμός
plus ponctuel
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ponctuel
αρσενικό πληθυντικό
ponctuels
θηλυκό ενικό
ponctuelle
θηλυκό πληθυντικό
ponctuelles
Παραδείγματα
Elle est toujours ponctuelle à ses cours.
Είναι πάντα ακριβής στα μαθήματά της.
02
περιστασιακός, μοναδικός
qui arrive une seule fois ou à un moment particulier
Παραδείγματα
Ce problème est ponctuel, il ne reviendra pas.
Αυτό το πρόβλημα είναι προσωρινό, δεν θα ξανασυμβεί.



























