pondre
Pronunciation
/pˈɔ̃dʁ/

Ορισμός και σημασία του "pondre"στα γαλλικά

pondre
01

κάνω, αφήνω

produire et déposer un œuf
pondre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ponds
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pondons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pondrai
παθητική μετοχή
pondu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pondions
Παραδείγματα
La colombe a pondu un petit œuf blanc.
Η περιστέρα έκανε ένα μικρό λευκό αυγό.
02

παράγω, δημιουργώ

produire ou créer quelque chose rapidement, souvent sans soin
Παραδείγματα
Le professeur a encore pondu un exercice difficile.
Ο καθηγητής έβγαλε άλλη μια δύσκολη άσκηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store