Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
poignarder
01
μαχαιρώνω, κεντώ
frapper quelqu'un avec un couteau ou un poignard
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
poignarde
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
poignardons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
poignarderai
παθητική μετοχή
poignardé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
poignardions
Παραδείγματα
Il poignarde l'agresseur en légitime défense.
Μαχαιρώνει τον επιτιθέμενο σε νόμιμη άμυνα.
02
μαχαιρώνω, βασανίζω
causer une douleur intense ou un tourment, moral ou physique
Παραδείγματα
Cette trahison m'a poignardé le cœur.
Αυτή η προδοσία μαχαίρωσε την καρδιά μου.



























