poignarder
poignarder
pwaɲaʁde
pvaniarde

Ορισμός και σημασία του "poignarder"στα γαλλικά

poignarder
01

μαχαιρώνω, κεντώ

frapper quelqu'un avec un couteau ou un poignard 
poignarder definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
poignarde
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
poignardons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
poignarderai
παθητική μετοχή
poignardé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
poignardions
Παραδείγματα
Il poignarde l'agresseur en légitime défense. 

Μαχαιρώνει τον επιτιθέμενο σε νόμιμη άμυνα.

02

μαχαιρώνω, βασανίζω

causer une douleur intense ou un tourment, moral ou physique 
Παραδείγματα
Cette trahison m'a poignardé le cœur. 

Αυτή η προδοσία μαχαίρωσε την καρδιά μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store