Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
poignarder
01
μαχαιρώνω, κεντώ
frapper quelqu'un avec un couteau ou un poignard
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
poignarde
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
poignardons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
poignarderai
παθητική μετοχή
poignardé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
poignardions
Παραδείγματα
Le couteau poignarde la planche.
Το μαχαίρι μαχαιρώνει την σανίδα.
02
μαχαιρώνω, βασανίζω
causer une douleur intense ou un tourment, moral ou physique
Παραδείγματα
La maladie le poignarde depuis des mois.
Η ασθένεια τον μαχαιρώνει εδώ και μήνες.



























