le personnage
Pronunciation
/pɛʀsɔnaʒ/

Ορισμός και σημασία του "personnage"στα γαλλικά

01

χαρακτήρας, πρόσωπο

personne imaginaire dans une histoire, un film ou une pièce de théâtre
le personnage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
personnages
Παραδείγματα
L' auteur a créé un personnage drôle et attachant.
Ο συγγραφέας δημιούργησε έναν αστείο και συμπαθητικό χαρακτήρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store