Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La permanence
[gender: feminine]
01
διαρκή ύπαρξη, σταθερότητα
état de ce qui dure sans changement ou interruption
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La permanence de la paix est un objectif mondial.
Η μονιμότητα της ειρήνης είναι ένας παγκόσμιος στόχος.
Λεξικό Δέντρο
permanence
perman



























