Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
permanent
01
μόνιμος, σταθερός
qui dure dans le temps sans interruption, stable ou continu
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus permanent
συγκριτικός βαθμός
plus permanent
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
permanent
αρσενικό πληθυντικό
permanents
θηλυκό ενικό
permanente
θηλυκό πληθυντικό
permanentes
Παραδείγματα
Le personnel permanent est formé pour gérer toutes les situations.
Το μόνιμο προσωπικό είναι εκπαιδευμένο να διαχειρίζεται όλες τις καταστάσεις.
Λεξικό Δέντρο
permanent
perman



























