Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
permanent
01
μόνιμος, σταθερός
qui dure dans le temps sans interruption, stable ou continu
Παραδείγματα
Le personnel permanent est formé pour gérer toutes les situations.
Το μόνιμο προσωπικό είναι εκπαιδευμένο να διαχειρίζεται όλες τις καταστάσεις.



























