permanent
Pronunciation
/pɛʀmanɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "permanent"στα γαλλικά

01

μόνιμος, σταθερός

qui dure dans le temps sans interruption, stable ou continu
permanent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus permanent
συγκριτικός βαθμός
plus permanent
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
permanent
αρσενικό πληθυντικό
permanents
θηλυκό ενικό
permanente
θηλυκό πληθυντικό
permanentes
Παραδείγματα
Le personnel permanent est formé pour gérer toutes les situations.
Το μόνιμο προσωπικό είναι εκπαιδευμένο να διαχειρίζεται όλες τις καταστάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store