Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La permanence
01
διαρκή ύπαρξη, σταθερότητα
état de ce qui dure sans changement ou interruption
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La permanence des valeurs est importante dans une société.
Η διαρκή φύση των αξιών είναι σημαντική σε μια κοινωνία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
permanence
perman



























