Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La performance
01
παράσταση, απόδοση
l'action de réaliser une tâche ou une prestation, souvent devant un public
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
performances
Παραδείγματα
La performance de l' équipe a dépassé les attentes.
Λεξικό Δέντρο
performance
perform



























