Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
percuter
01
συγκρούομαι, προσκρούω
entrer en collision violente avec quelque chose/quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
percute
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
percutons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
percuterai
ενεστώτα μετοχή
percutant
παθητική μετοχή
percuté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
percutions
Παραδείγματα
Attention à ne pas percuter le mur en reculant.
Προσοχή να μην συγκρουστείτε με τον τοίχο ενώ κάνετε όπισθεν.
02
αντιλαμβάνομαι, κατανοώ
comprendre soudainement ou réaliser quelque chose
Παραδείγματα
Ça vient de percuter dans ma tête !
Ξαφνικά κατάλαβα στο κεφάλι μου.



























