percuter
per
pɛʁ
per
cu
ky
ky
ter
te
te
persécuterpermuter

Ορισμός και σημασία του "percuter"στα γαλλικά

percuter
01

συγκρούομαι, προσκρούω

entrer en collision violente avec quelque chose/quelqu'un 
percuter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
percute
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
percutons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
percuterai
ενεστώτα μετοχή
percutant
παθητική μετοχή
percuté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
percutions
Παραδείγματα
La voiture a percuté un arbre à grande vitesse. 

Το αυτοκίνητο συγκρούστηκε με ένα δέντρο σε υψηλή ταχύτητα.

02

αντιλαμβάνομαι, κατανοώ

comprendre soudainement ou réaliser quelque chose 
percuter definition and meaning
Παραδείγματα
J'ai mis du temps à percuter la blague. 

Μου πήρε λίγο χρόνο να αντιληφθώ το αστείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store