Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
percuter
01
συγκρούομαι, προσκρούω
entrer en collision violente avec quelque chose/quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
percute
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
percutons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
percuterai
ενεστώτα μετοχή
percutant
παθητική μετοχή
percuté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
percutions
Παραδείγματα
La voiture a percuté un arbre à grande vitesse.
Το αυτοκίνητο συγκρούστηκε με ένα δέντρο σε υψηλή ταχύτητα.
02
αντιλαμβάνομαι, κατανοώ
comprendre soudainement ou réaliser quelque chose
Παραδείγματα
J'ai mis du temps à percuter la blague.
Μου πήρε λίγο χρόνο να αντιληφθώ το αστείο.



























