percevoir
percevoir
paɛʁsəvwaʁ
paersēvvar
perchoir

Ορισμός και σημασία του "percevoir"στα γαλλικά

percevoir
01

καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι

comprendre quelque chose par l'esprit 
percevoir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
perçois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
percevons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
percevrai
ενεστώτα μετοχή
percevant
παθητική μετοχή
perçu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
percevions
Παραδείγματα
Elle perçoit la vie d'une manière très positive. 

Αυτή αντιλαμβάνεται τη ζωή με πολύ θετικό τρόπο.

02

εισπράττω, λαμβάνω

recevoir de l'argent, notamment un salaire, un impôt ou une somme due 
Παραδείγματα
Il perçoit un salaire élevé. 

Λαμβάνει υψηλό μισθό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store