Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
percevoir
01
καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι
comprendre quelque chose par l'esprit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
perçois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
percevons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
percevrai
ενεστώτα μετοχή
percevant
παθητική μετοχή
perçu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
percevions
Παραδείγματα
Elle perçoit la vie d'une manière très positive.
Αυτή αντιλαμβάνεται τη ζωή με πολύ θετικό τρόπο.
02
εισπράττω, λαμβάνω
recevoir de l'argent, notamment un salaire, un impôt ou une somme due
Παραδείγματα
Il perçoit un salaire élevé.
Λαμβάνει υψηλό μισθό.



























