percher
per
pɛʁ
per
cher
ʃe
she
pencherpercerporcher

Ορισμός και σημασία του "percher"στα γαλλικά

percher
01

καθίζω σε υψηλό σημείο, κοιτώ σε κλαδί

se poser ou s'asseoir sur un support élevé, surtout pour les oiseaux 
percher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
perche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
perchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
percherai
παθητική μετοχή
perché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
perchions
Παραδείγματα
L'oiseau se perche sur la branche de l'arbre. 

Το πουλί καθίζει στο κλαδί του δέντρου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store