Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
percher
01
καθίζω σε υψηλό σημείο, κοιτώ σε κλαδί
se poser ou s'asseoir sur un support élevé, surtout pour les oiseaux
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
perche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
perchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
percherai
παθητική μετοχή
perché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
perchions
Παραδείγματα
L' aigle se perche au sommet de la montagne.
Ο αετός καθίζει στην κορυφή του βουνού.



























