Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pauvre
01
φτωχός, άνετος
qui n'a pas beaucoup d'argent ou de ressources
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus pauvre
συγκριτικός βαθμός
plus pauvre
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pauvre
αρσενικό πληθυντικό
pauvres
θηλυκό ενικό
pauvre
θηλυκό πληθυντικό
pauvres
Παραδείγματα
Cette famille est très pauvre.
Αυτή η οικογένεια είναι πολύ φτωχή.
02
άτυχος, κακόμοιρος
qui souffre ou est dans une situation difficile
Παραδείγματα
C'est une pauvre femme qui a perdu son travail.
Κακόμοιρη είναι μια γυναίκα που έχασε τη δουλειά της.
03
φτωχός, ταπεινός
qui est simple, modeste ou de faible qualité
Παραδείγματα
Ils vivent dans de pauvres maisons.
Ζουν σε φτωχά σπίτια.
04
άγονος, στείρος
qui ne produit rien ou peu , surtout pour la terre
Παραδείγματα
Cette terre est pauvre en agriculture.
Αυτή η γη είναι φτωχή για τη γεωργία.
Le pauvre
01
φτωχός, ζητιάνος
personne qui n'a pas d'argent ni de ressources
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pauvres
Παραδείγματα
Le pauvre demande de l'aide .
Ο φτωχός ζητά βοήθεια.
pauvre
01
Καημένος, Φτωχούλης
expression pour montrer la pitié ou la compassion
Παραδείγματα
Pauvre ! Tu as cassé ta voiture.
Καημένε! Έσπασες το αυτοκίνητό σου.



























