pauvre
pauvre
pɑɔvʁ
paaawvr

Ορισμός και σημασία του "pauvre"στα γαλλικά

01

φτωχός, άνετος

qui n'a pas beaucoup d'argent ou de ressources 
pauvre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus pauvre
συγκριτικός βαθμός
plus pauvre
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pauvre
αρσενικό πληθυντικό
pauvres
θηλυκό ενικό
pauvre
θηλυκό πληθυντικό
pauvres
Παραδείγματα
Cette famille est très pauvre. 

Αυτή η οικογένεια είναι πολύ φτωχή.

02

άτυχος, κακόμοιρος

qui souffre ou est dans une situation difficile 
pauvre definition and meaning
Παραδείγματα
C'est une pauvre femme qui a perdu son travail. 

Κακόμοιρη είναι μια γυναίκα που έχασε τη δουλειά της.

03

φτωχός, ταπεινός

qui est simple, modeste ou de faible qualité 
pauvre definition and meaning
Παραδείγματα
Ils vivent dans de pauvres maisons. 

Ζουν σε φτωχά σπίτια.

04

άγονος, στείρος

qui ne produit rien ou peu ,  surtout pour la terre 
pauvre definition and meaning
Παραδείγματα
Cette terre est pauvre en agriculture. 

Αυτή η γη είναι φτωχή για τη γεωργία.

01

φτωχός, ζητιάνος

personne qui n'a pas d'argent ni de ressources 
le pauvre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pauvres
Παραδείγματα
Le pauvre demande  de l'aide . 

Ο φτωχός ζητά βοήθεια.

01

Καημένος, Φτωχούλης

expression pour montrer la pitié ou la compassion 
pauvre definition and meaning
Παραδείγματα
Pauvre ! Tu as cassé ta voiture. 

Καημένε! Έσπασες το αυτοκίνητό σου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store