Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le pays
[gender: masculine]
01
χώρα, έθνος
territoire ou région qui forme une nation
Παραδείγματα
Mon pays est très calme.
Η χώρα μου είναι πολύ ήσυχη.
02
επαρχία, πατρίδα
région rurale ou village natal d'une personne
Παραδείγματα
Le pays me manque quand je suis en voyage.
Το χωριό μου λείπει όταν είμαι σε ταξίδι.
03
λαός, κάτοικοι
les habitants ou le peuple d'un pays
Παραδείγματα
Les pays ont célébré l' anniversaire de l' indépendance.
Οι χώρες γιόρτασαν την επέτειο της ανεξαρτησίας.
04
περιοχή, τόπος καταγωγής
région ou lieu d'origine auquel une personne est attachée
Παραδείγματα
Chaque pays a son accent et ses spécialités.
Κάθε χώρα έχει τη δική της προφορά και τις ειδικότητές της.



























