Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La parole
01
ομιλία, λόγος
faculté humaine d'exprimer des pensées à l'aide du langage oral
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La parole est un outil fondamental de communication.
Η λέξη είναι ένα θεμελιώδες εργαλείο επικοινωνίας.
02
λέξη, λόγος
ce que quelqu'un dit à voix haute
Παραδείγματα
Les paroles qu' il a prononcées étaient très sages.
Τα λόγια που είπε ήταν πολύ σοφά.
03
λόγος, υπόσχεση
engagement que l'on prend en parlant, sans écrit
Παραδείγματα
Elle a rompu sa parole sans remords.
Έσπασε τον λόγο της χωρίς τύψεις.
Les paroles
01
στίχοι, λέξεις
mots qui composent une chanson ou un hymne
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
paroles
Παραδείγματα
Les enfants répètent les paroles en classe.
Τα παιδιά επαναλαμβάνουν τους στίχους στην τάξη.



























