Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
parrainer
01
χορηγώ, προστατεύω
soutenir financièrement ou moralement une personne, un événement ou une organisation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
parraine
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
parrainons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
parrainerai
παθητική μετοχή
parrainé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
parrainions
Παραδείγματα
Notre entreprise a décidé de parrainer ce festival musical.
Η εταιρεία μας αποφάσισε να χορηγήσει αυτό το μουσικό φεστιβάλ.
02
παρουσιάζω, χορηγώ
présenter ou recommander quelqu'un pour qu'il soit admis dans un groupe ou une organisation
Παραδείγματα
Mon collègue a accepté de me parrainer pour mon admission au club.
Ο συνάδελφός μου συμφώνησε να με προστατεύσει για την εισαγωγή μου στο κλαμπ.



























