Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le pari
01
στοίχημα, ποντάρισμα
mise d'argent ou d'objet de valeur sur un événement dont l'issue est incertaine, dans l'espoir de gagner un gain
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
paris
Παραδείγματα
Il a fait un pari sur le cheval gagnant.
Έκανε ένα στοίχημα στο νικητήριο άλογο.



























