Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pareil
01
ίδιος, όμοιος
qui est le même ou très semblable à quelque chose d'autre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pareil
αρσενικό πληθυντικό
pareils
θηλυκό ενικό
pareille
θηλυκό πληθυντικό
pareilles
Παραδείγματα
Je ne veux pas revivre une expérience pareille.
Δεν θέλω να ξαναζήσω μια παρόμοια εμπειρία.
02
τέτοιος, παρόμοιος
qui est d'une telle nature ou intensité, souvent surprenant ou extrême
Παραδείγματα
Un événement pareil arrive rarement.
Ένα παρόμοιο γεγονός συμβαίνει σπάνια.
pareil
01
με παρόμοιο τρόπο, με τον ίδιο τρόπο
de manière similaire, de la même façon
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Elle réagit toujours pareil dans ces situations.
Αντιδρά πάντα με τον ίδιο τρόπο σε τέτοιες καταστάσεις.
Le pareil
[gender: masculine]
01
όμοιος, παρόμοιος
une personne ou une chose qui ressemble beaucoup à une autre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pareils
Παραδείγματα
Il n' y a pas de pareille dans cette ville.
Δεν υπάρχει όμοιος σε αυτήν την πόλη.



























