l'obsession
ob
ɔp
οπ
sess
ses
σεσ
ion
jɔ̃
γο

Ορισμός και σημασία του "obsession"στα γαλλικά

01

εμμονή, ψύχωση

idée ou pensée persistante qui domine l'esprit d'une personne 
l'obsession definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
obsessions
Παραδείγματα
Il a une obsession pour la propreté. 

Έχει μια εμμονή με την καθαριότητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

obsession
obsess
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store