l'obscurité
Pronunciation
/ɔbskyʁitˈe/

Ορισμός και σημασία του "obscurité"στα γαλλικά

01

σκοτάδι, σκότος

absence ou la faible présence de lumière
l'obscurité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L' obscurité totale régnait dans la cave.
Η απόλυτη σκοτάδι βασίλευε στο κελάρι.
02

σκοτάδι, ακατανόητο

ce qui est difficile à comprendre ou manque de clarté
Παραδείγματα
L' obscurité des règles complique le jeu.
Η ασάφεια των κανόνων περιπλέκει το παιχνίδι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store