l'obscurité
obscurité
ɔpskyʁite
awpskyrite
obscénité

Ορισμός και σημασία του "obscurité"στα γαλλικά

01

σκοτάδι, σκότος

absence ou la faible présence de lumière 
l'obscurité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'obscurité de la nuit rendait la forêt inquiétante. 

Το σκοτάδι της νύχτας έκανε το δάσος ανησυχητικό.

02

σκοτάδι, ακατανόητο

ce qui est difficile à comprendre ou manque de clarté 
Παραδείγματα
L'obscurité de ce texte rend sa lecture difficile. 

Η σκοτεινότητα αυτού του κειμένου καθιστά την ανάγνωσή του δύσκολη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store