mériter
mériter
meʁite
merite
méditer

Ορισμός και σημασία του "mériter"στα γαλλικά

mériter
01

αξίζω, είμαι άξιος

être digne de quelque chose ( récompense, punition, attention) par ses actions ou qualités 
mériter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
mérite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
méritons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
mériterai
ενεστώτα μετοχή
méritant
παθητική μετοχή
mérité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
méritions
Παραδείγματα
Il mérite des félicitations pour son travail. 

Αξίζει συγχαρητήρια για τη δουλειά του.

02

αξίζω, αξίζει τον κόπο

avoir assez de valeur pour justifier un effort, du temps ou une action 
Παραδείγματα
Ce petit village mérite le détour. 

Αυτό το μικρό χωριό αξίζει την παράκαμψη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store