Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mériter
01
αξίζω, είμαι άξιος
être digne de quelque chose (récompense, punition, attention) par ses actions ou qualités
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
mérite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
méritons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
mériterai
ενεστώτα μετοχή
méritant
παθητική μετοχή
mérité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
méritions
Παραδείγματα
Elle mérite qu' on lui donne sa chance.
Αυτή αξίζει να της δοθεί μια ευκαιρία.
02
αξίζω, αξίζει τον κόπο
avoir assez de valeur pour justifier un effort, du temps ou une action
Παραδείγματα
Ce restaurant mérite sa réputation.
Αυτό το εστιατόριο αξίζει τη φήμη του.



























