Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
murmurer
01
ψιθυρίζω, μουρμουρίζω
parler très bas, d'une voix douce et peu audible
Παραδείγματα
On entendait murmurer dans le couloir.
Ακουγόταν ψίθυρος στο διάδρομο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ψιθυρίζω, μουρμουρίζω