Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La multitude
01
πλήθος, όχλος
foule nombreuse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Nous nous sommes perdus dans la multitude.
Χαθήκαμε στο πλήθος.
02
πλήθος, μεγάλος αριθμός
très grand nombre de personnes ou de choses
Παραδείγματα
La ville offre une multitude de possibilités.
Η πόλη προσφέρει πλήθος δυνατοτήτων.



























