Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La multiplication
[gender: feminine]
01
πολλαπλασιασμός, πολλαπλασιασμός
action de multiplier ou résultat de cette action
Παραδείγματα
La multiplication des options rend le choix difficile.
Ο πολλαπλασιασμός των επιλογών καθιστά δύσκολη την επιλογή.



























