Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La multiplication
01
πολλαπλασιασμός, πολλαπλασιασμός
action de multiplier ou résultat de cette action
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La multiplication des smartphones a changé nos habitudes.
Ο πολλαπλασιασμός των smartphone άλλαξε τις συνήθειές μας.
Λεξικό Δέντρο
multiplication
plication



























