la multiplication
multiplication
myltiplikasjɔ̃
myltiplikasyaw

Ορισμός και σημασία του "multiplication"στα γαλλικά

La multiplication
01

πολλαπλασιασμός, πολλαπλασιασμός

action de multiplier ou résultat de cette action 
la multiplication definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La multiplication des smartphones a changé nos habitudes. 

Ο πολλαπλασιασμός των smartphone άλλαξε τις συνήθειές μας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store