la multiplication
Pronunciation
/myltiplikasjɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "multiplication"στα γαλλικά

La multiplication
01

πολλαπλασιασμός, πολλαπλασιασμός

action de multiplier ou résultat de cette action
la multiplication definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La multiplication des options rend le choix difficile.
Ο πολλαπλασιασμός των επιλογών καθιστά δύσκολη την επιλογή.

Λεξικό Δέντρο

multiplication
plication
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store