murmurer
murmurer
myʁmyʁe
myrmyre

Ορισμός και σημασία του "murmurer"στα γαλλικά

murmurer
01

ψιθυρίζω, μουρμουρίζω

parler très bas, d'une voix douce et peu audible 
murmurer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
murmure
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
murmurons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
murmurerai
ενεστώτα μετοχή
murmurant
παθητική μετοχή
murmuré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
murmurions
Παραδείγματα
Elle murmure un secret à son ami. 

Αυτή ψιθυρίζει ένα μυστικό στον φίλο της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store