moquer
Pronunciation
/mɔke/

Ορισμός και σημασία του "moquer"στα γαλλικά

moquer
01

χλευάζω, κοροϊδεύω

tourner quelqu'un en dérision
moquer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
moque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
moquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
moquerai
ενεστώτα μετοχή
moquant
παθητική μετοχή
moqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
moquions
Παραδείγματα
Le professeur s' est moqué de ma mauvaise réponse devant toute la classe.
Ο δάσκαλος γελοιοποίησε τη λάθος απάντησή μου μπροστά σε όλη την τάξη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store