moquer
mo
maw
quer
ke
ke
moqueur

Ορισμός και σημασία του "moquer"στα γαλλικά

moquer
01

χλευάζω, κοροϊδεύω

tourner quelqu'un en dérision 
moquer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
moque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
moquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
moquerai
ενεστώτα μετοχή
moquant
παθητική μετοχή
moqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
moquions
Παραδείγματα
Ils se moquent de son accent étranger. 

Χλευάζουν την ξένη προφορά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store