Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
moquer
01
χλευάζω, κοροϊδεύω
tourner quelqu'un en dérision
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
moque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
moquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
moquerai
ενεστώτα μετοχή
moquant
παθητική μετοχή
moqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
moquions
Παραδείγματα
Le professeur s' est moqué de ma mauvaise réponse devant toute la classe.
Ο δάσκαλος γελοιοποίησε τη λάθος απάντησή μου μπροστά σε όλη την τάξη.



























